αέριο

αέριο
το
σώμα που δεν είναι στερεό ή υγρό: Μερικά από τα αέρια είναι δηλητηριώδη και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πολεμικούς σκοπούς.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • αέριο — Σώμα σε κατάσταση τέτοια που δεν χαρακτηρίζεται ούτε από το σχήμα ούτε από τον όγκο του και αυτό οφείλεται στη σχεδόν πλήρη ελευθερία κίνησης των συστατικών σωματιδίων του και των σχετικά μεγάλων αποστάσεων μεταξύ τους. Η ύπαρξη χώρου μεταξύ των… …   Dictionary of Greek

  • αεραέριο ή αέριο Ζίμενς — Αέριο το οποίο ονομάζεται επίσης και φτωχό, εξαιτίας της χαμηλής θερμαντικής ικανότητάς του. Αποτελείται κυρίως από άζωτο, σε ποσοστό 65 70% και μονοξείδιο του άνθρακα (CO) κατά 25% περίπου. Τα υπόλοιπα συστατικά του είναι υδρογόνο, διοξείδιο του …   Dictionary of Greek

  • ιδανικό αέριο — Το αέριο εκείνο για το οποίο ισχύει, για κάθε τιμή πίεσης και θερμοκρασίας, η καταστατική εξίσωση. Είναι ένα αέριο που υπακούει ταυτόχρονα αφενός στον νόμο του Μπόιλ και αφετέρου στον νόμο του Τσαρλς. O πρώτος ορίζει ότι για σταθερή θερμοκρασία… …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτρονιακό αέριο — Η υπόθεση ότι τα ελεύθερα ηλεκτρόνια στη στερεά ή στην αέρια φάση αποτελούν ένα αέριο που η κατάστασή του μπορεί να συγκριθεί με την κατάσταση ενός πραγματικού αερίου διαλυμένου μέσα στο στερεό ή το υγρό. Τo πρότυπο αυτό βρήκε εφαρμογή σε θεωρίες …   Dictionary of Greek

  • μόνιμο αέριο — Ένα αέριο του οποίου οι κρίσιμες σταθερές (κρίσιμη θερμοκρασία, πίεση και κρίσιμος όγκος) έχουν τέτοιες τιμές ώστε να παραμένει σε αέρια φάση ακόμα και κάτω από υψηλές πιέσεις σε συνηθισμένες θερμοκρασίες. Μπορούμε επίσης να χαρακτηρίσουμε μ. το… …   Dictionary of Greek

  • φυσικό αέριο — Bλ. λ. αέριο φυσικό …   Dictionary of Greek

  • όζον — Αέριο με χαρακτηριστική διαπεραστική οσμή που αποτελείται από μία αλλοτροπική μορφή του οξυγόνου· έχει τριατομικό μόριο, αντίστοιχο στον τύπο Ο3. Την ύπαρξή του εντόπισε ο Ολλανδός Μάρτιν βαν Μάρουμ (1750 1837) το 1785, με αφορμή την ιδιάζουσα… …   Dictionary of Greek

  • ασετιλίνη — Αέριο με χαρακτηριστικά δυσάρεστη οσμή, που παράγεται όταν στο κοινό ανθρακασβέστιο επιδράσει νερό. Η αντίδραση είναιπολύ ζωηρή ακόμα και στη συνηθισμένη θερμοκρασία. Η α. είναι εύφλεκτη και εκρηκτική και δίνει μια φλόγα πλούσια σε καπνό. Παρά τα …   Dictionary of Greek

  • διοξείδιο του άνθρακα — Αέριο (CO2) που βρίσκεται ελεύθερο στη φύση και είναι βαρύτερο από τον αέρα. Βλ. λ. άνθρακας …   Dictionary of Greek

  • θερμόμετρο — Κάθε όργανο κατάλληλο για τη μέτρηση της θερμοκρασίας. Τα περισσότερα θ. βασίζονται στη διαστολή των σωμάτων με την αύξηση της θερμοκρασίας. Τα σύγχρονα θ. βασίζονται όλο και περισσότερο στη μεταβολή της ηλεκτρικής αγωγιμότητας ειδικών ημιαγωγών… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”